Etiquetas » 1963

Jodie Whittaker IS the Doctor

It was announced yesterday that a female actor has been cast in the lead role of the classic BBC science fiction television series Doctor Who, a role previously only played by men. 285 palabras más

Geek

Διάβασα και σας συστήνω: Κ. Σωτηρίου, "Φωνές από χώμα" (Αθήνα: Πατάκης 2017)

Το “διαβάζεται μονορούφι” θα πρέπει να καθιερωθεί ως τεχνικός όρος της λογοτεχνικής κριτικής προκειμένου για τα πεζογραφήματα της Κωνσταντίας Σωτηρίου. Δύο χρόνια μετά το δικαιότατα παινεμένο, βραβευμένο και θεατρικώς διασκευασμένο Η Αϊσέ πάει διακοπές (Αθήνα: Πατάκης 2015), η Σωτηρίου επιστρέφει με τις Φωνές από χώμα (Αθήνα: Πατάκης 2017). Η Αϊσέ προσέφερε ένα πανόραμα της κυπριακής ιστορίας κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και την πρώτη δεκαετία του 21ου. Οι Φωνές επικεντρώνονται στα γεγονότα λίγων μόνο ημερών, στα ταραγμένα Χριστούγεννα του 1963 και στα συμβάντα που άναψαν το φυτίλι των διακοινοτικών ταραχών.

Δεκατρείς είναι συνολικά οι φωνές που ακούγονται στη νουβέλα: κοινές, μικρές, βιωματικές φωνές, όλες πλασμένες “από χώμα”: ανθρώπινες, μοιραίες, πεπερασμένες και φθαρτές — όλες κατ᾽ ακρίβεια πλασμένες από το ίδιο χώμα και καταδικασμένες να επιστρέψουν σε αυτό: φωνές Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου, που από μάνα γίνεται τάφος. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:

Και στα δύο της πεζογραφήματα η Σωτηρίου εξακτινώνει την αφήγησή της γύρω από έναν στοιχειώδη ιστορικό πυρήνα και με βασικούς πρωταγωνιστές υπαρκτά πρόσωπα. Η συγγραφέας υιοθετεί την (προ)οπτική της μικροϊστορίας και συμπλέκει το γεγονός με το οἷον ἂν γένοιτο. Ισχύει και εδώ το ωραίο παράδοξο της καλής ιστορικής λογοτεχνίας: τα ιστορικά γεγονότα εν τέλει καθίστανται πιο αυθεντικά μέσα από τις εν πολλοίς πλασματικές, προσωπικές ιστορίες ανώνυμων ανθρώπων (που στις Φωνές δεν έχουν καν επώνυμο· αναφέρονται μόνο με το μικρό τους όνομα, χωρίς να είναι σαφές — ή αξιοπαρατήρητο — αν πρόκειται για μορφές της ιστορίας ή της μυθοπλασίας). Οι φωνές αυτές, η καθεμιά από τις οποίες καθ᾽ εαυτήν έχει ιδιωτική μόνο σημασία, συμπαρατάσσονται ως ψηφίδες και στη συναρμογή τους συνθέτουν το μεγάλο, συλλογικό, ματωμένο μωσαϊκό του 1963. Ασήμαντες και ταπεινές φωνές, που μόνες δεν ακούγονται παρά μόνο αχνά ή και καθόλου, αλλά συνενούμενες γιγαντώνονται σε κραυγή πόνου, αγωνίας και καταδίκης: «το κρίμα στον λαιμό τους, το κρίμα στον λαιμό τους, το κρίμα στον λαιμό τους» (σ. 77).

Το ενδιαφέρον όμως στην προσέγγιση της Σωτηρίου είναι η απόρριψη της εύκολης αγιοποίησης των μικρών ανθρώπων. Το «κρίμα» που διεκτραγωδεί πιο πάνω η Τζεμαλιγιέ δεν ανήκει στους «άλλους» ή τους μεγάλους μόνο — στους Μακαρίους, τους Κουτσιούκ και τους Ντενκτάς: ανήκει εξίσου και στον Πάμπο, που αδυνατεί να αναπνεύσει το βράδυ συντετριμμένος από τον όγκο της ευθύνης του· στον Τάκη, που επισκέπτεται κάθε βράδυ τη γυναίκα του, βρικόλακας από τον τάφο, γυρεύοντας εις μάτην εξιλέωση· στον Ζεκή, που αφέθηκε να γίνει το ενεργούμενο της ΤΜΤ και που ο έρωτάς του συμπαρέσυρε και την αγνή Τζεμαλιγιέ στη δίνη του «για ταξίμ για ολούμ» (διχοτόμηση ή θάνατος) — ανήκει στους Έλληνες και τους Τούρκους της Κύπρου χώρια και μαζί, χωρίς να έχει σημασία τίνος τα αμαρτήματα βαραίνουν περισσότερο στο ζύγι.

Αν όμως το πρόσωπο της ευθύνης είναι θολό και σαν σε καλειδοσκόπιο μπορεί να το ατενίσει κανείς υπό διαφορετικές γωνίες, οι φυσιογνωμίες των θυμάτων είναι πάντοτε ξεκάθαρες: είναι τα αθώα πρόσωπα των γυναικών· των γυναικών, που βρίσκονται πάντοτε στο πίσω κάθισμα και εύχονται (ματαίως) ότι μια μέρα θα βρεθούν κι αυτές στη θέση του οδηγού (σ. 61), αλλά ζουν και πεθαίνουν σε έναν κόσμο πλασμένο από άντρες για άντρες· των γυναικών, που η ζωή κι ο θάνατός τους, που κι η κηδεία τους ακόμη, ή ακριβέστερα ο τρόπος που φαντάζονται την κηδεία τους, υφαρπάζεται από τη μανία ενός όχλου, που κραυγάζει μεθυσμένος από το μίσος και την προπαγάνδα τα εθνικιστικά, αὐτοκτόνα του συνθήματα (σσ. 80–2).

Οι βασικές συντεταγμένες της αφηγηματικής τεχνικής της Σωτηρίου παραμένουν σταθερές και στο δεύτερό της πεζογράφημα. Το αφήγημα δομείται στη βάση της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινή ελληνική, στην οποία εκφράζεται η Τζεμαλιγιέ, και στην κυπριακή διάλεκτο, στην οποία μιλούν οι δώδεκα Ελληνοκύπριες που την πλαισιώνουν. Κάθε κεφάλαιο ανήκει σε διαφορετική φωνή — ένα στην Τζεμαλιγιέ, ένα σε μια Ελληνοκύπρια και τανάπαλιν — πλην του κεντρικού κεφαλαίου 18, το οποίο μοιράζονται η Τζεμαλιγιέ και η «Βαθούλα» αφηγούμενες η καθεμιά από τη σκοπιά της τη στιγμή του μοιραίου φονικού.

Στην Αϊσέ η κυπριακή διάλεκτος ήταν το μέσον για την κατάδυση στην ψυχή της πρωταγωνίστριας. Στη δεύτερη νουβέλα της Σωτηρίου, η εναλλαγή των γλωσσικών κωδίκων λειτουργεί ειρωνικά και αναδεικνύει το βασικό παράδοξο της αφήγησης. Η Τζεμαλιγιέ εκφράζεται στην επίσημη, «καθαρή» γλώσσα του «Εθνικού Κέντρου» και όμως εθνικά και κοινωνικά είναι η Άλλη, η «Τούρτζισσα» και η «πουτάνα» (σ. 67). Χρησιμοποιεί τον γλωσσικό κώδικα που ο Έλληνας Κύπριος διδάσκεται να εκλαμβάνει ως το ύψιστο τεκμήριο της ταυτότητάς του· και όμως, σε αντιπαράσταση προς την όντως μητρική του γλώσσα, δηλαδή το ιδίωμα, ο κώδικας αυτός τού ακούγεται ανοίκειος και απόμακρος — η γλώσσα στην οποία θα εκφραζόταν, ακριβώς, ένας «άλλος».

Η φωνή της Τζεμαλιγιέ χαρακτηρίζεται εξαρχής από μια ένταση, ψυχανέμισμα της τραγικής της μοίρας. Αφηγηματικά, τα κεφάλαιά της διακρίνονται από τη σχεδόν παντελή αποφυγή της τελείας: ο λόγος της, δυο-τρεις σελίδες κάθε φορά, είναι ένα μακρό ασύνδετο, που διαβάζεται ταχύτατα και απνευστί και δεν σου επιτρέπει τις παύσεις, την ανάπαυλα, το αναγνωστικό βόλεμα — κάτι σαν αυτό που οι αρχαίοι γραμματικοί αποκαλούσαν πνῖγος.

Στο εσωτερικό των κεφαλαίων της Τζεμαλιγιέ εμφανίζεται ενίοτε και η αντίθεση ανάμεσα στα όρθια και τα κυρτά γράμματα: τα όρθια είναι η φωνή της ίδιας της γυναίκας, που επιχειρεί να ζήσει, και τα κυρτά ο υπόκωφος ήχος μιας άλλης, ξένης, ανδρικής φωνής, που παρεισφρέει πλαγίως στη συνείδησή της και της υπενθυμίζει ότι πρόκειται να πεθάνει. Για μια ακόμη φορά, όπως και στην Αϊσέ, η κουζίνα και η μαγειρική, σε αντίθεση με τα μαγειρέματα των ανδρών, είναι για προφανείς λόγους η Γυναίκα και η Ζωή — και η Ζωή είναι η Γυναίκα. Παραθέτω απόσπασμα από τις σσ. 52–5· (μαυρίζω τα κυρτά γράμματα για μεγαλύτερη έμφαση· δεν το κάνω στην τελευταία παράγραφο, θα καταλάβετε γιατί):

Μέχρι που µου τα πρόφτασε τα μαντάτα ένας Τούρκος που πουλά μελιτζάνες, ένας χωρικός που πουλά τις καλύτερες μελιτζάνες του κόσμου, πάντα πηγαίνω τις Τετάρτες σ᾽ εκείνον να πάρω μελιτζάνες και µου ψιθυρίζει στο αυτί συνταγές για ντομάτες και σκόρδο και όπλα, βάζεις, µου λέει, τις μελιτζάνες σε νερό να ξεπικρίσουν — έφυγε ο Ζεκή, πήγε με τους άλλους στην Τουρκιά —, βάζεις μέσα στο νερό αλάτι και το αφήνεις τη νύχτα να φύγει η πικράδα — τους εκπαιδεύει στρατός με όπλα στα βουνά του Ταύρου —, τις πλένεις μετά τις μελιτζάνες καλά και τις κόβεις στη μέση — τη μέρα τους μαθαίνουν τα όπλα, τη νύχτα τους κάνουν κατήχηση το μυαλό τους —, καθάριζε τις μελιτζάνες ραβδωτά, άφηνε φλούδα έξω να κρατεί — τους λένε πως η Τουρκιά είναι η μάνα τους —βγάζε µε ένα κουταλάκι τη φλούδα και τηγάνιζέ τη με λάδι, κρεμμύδι μπόλικο, σκόρδο, ντομάτα και νερό, φτιάξε έτσι για το φαΐ τη σάλτσα σου — έρχονται πίσω γεμάτοι όπλα και ιδέες —, βάλε μετά τις μελιτζάνες σου σε ένα μεγάλο ρηχό ταψί — τους λένε να σκοτώσουν, να βρουν τα δίκαιά τους, να μην είναι πάντα γκιαούρηδες στους Ρωμιούς —, στρίμωξέ τις κοντά κοντά, μα χωρέσουν όλες — έρχονται πίσω έτοιμοι να σκοτωθούν και να σκοτώσουν — βάλε µέσα σε κάθε µελιτζάνα τη σάλτσα της — έρχονται πίσω να κάνουν αντίσταση —, ρίξε λίγο νερό και δυο τρία άσπαστα σκόρδα πάνω, βάλε μπόλικο λάδι και ντομάτα τριμμένη — έχουν αποθήκες γεμάτες με όπλα για τον λαό μας που υποφέρει, έρχονται πλοία γεµάτα όπλα, να ζωστούμε στα όπλα —, έχε τον φούρνο σου έτοιμο να βάλεις το ταψί σου µέσα —, να μάθει ο Μακάριος, που νομίζει το κράτος είναι δικό του, που θέλει να μας κάνει Γιουνανιστάν —, να αφήσεις τις μελιτζάνες σου να ψηθούν αργά και σιγανά — ετοιμάζονται καιρό τώρα και έµαθαν να περιμένουν —, σαν έρθει η ώρα θα ανοίξεις τον φούρνο και θα δεις — ένιωσαν πως μετά από τα βάσανα και τους διωγμούς ήρθε η ώρα για αντίσταση —, να αφήσεις το φαΐ σου να κρυώσει — έμαθαν να περιμένουν, περίμεναν καιρό και ξέρουν ότι τώρα ήρθε η ώρα —, όποιος ξέρει από μαγειρέματα έµαθε να περιμένει — θα ανοίγουν το στόμα τους να τρέχει αίμα —, θα τρως τις µελιτζάνες να στάζουν οι ντομάτες στα χείλη σου — ο Ζεκή έρχεται αύριο —, θα τρέχουν τα κόκκινα στα µάγουλα και τα χείλη σου — πάει ο Ζεκή σου, τον έχασες —, σκόρδα και ντοµάτες και λίγη ζάχαρη — στον πήρε τον Ζεκή σου η Ανάβαταν [μητέρα πατρίδα], ο Ζεκή σου αγαπά τώρα μιαν άλλη —, µην ξεχνάς ποτέ σου να βάζεις στις ντομάτες λίγη ζάχαρη — διχοτόμηση ή θάνατος, για ταξίμ για ολούμ —, με το κουταλάκι λίγη ζάχαρη — γιασασίν αναβατανιμίζ [ζήτω η μητέρα πατρίδα μας] —, να βάζεις πάντα λίγη ζάχαρη — πάει, τον έχασες τον Ζεκή, αγαπά την άλλη —, µην ξεχνάς τη ζάχαρη.

Τρέχω στο σπίτι και πετώ τις µελιτζάνες στα σκουπίδια, έξω, πετάω τα σκόρδα και τις τριµµένες ντομάτες, έξω, πετάω τα κεφτεδάκια και τις πατάτες, πετάω τα ταψιά και τα µελωμένα γλυκά και τις γανωµένες κατσαρόλες, έξω, πετάω στα σκουπίδια τα κρεμμύδια και τις κανέλες, έξω, έξω, και βγάζω τις πιρούνες και τα κουτάλια, ζώνοµαι τα μαχαίρια της κουζίνας, στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη, στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και γελώ, γιασασίν ανάβαταν για ολούμ για ταξίμ, αν θέλεις να πεθάνει αναβατανιμίζ, θα πρέπει να σκοτώσεις πρώτα εμένα, μπεν ντε σενί σεβιγιορούμ Τουρκιγιέ αναβατανιμίζ, αν πρέπει θα σε αγαπήσω τώρα κι εγώ, ζήτω η μητέρα πατρίδα μας, η αναβατανιμίζ, διχοτόμηση ή θάνατος, νε μουτλού Τουρκούμ ντιγενέ, τι χαρά να λέγεσαι Τούρκος.

Στο τέλος, όπως βλέπετε, όταν η Τζεμαλιγιέ αποφασίζει να ασπαστεί τον εθνικισμό του Ζεκή σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τον σώσει από τα νύχια της Άλλης Γυναίκας, της ανάβαταν, τα κυρτά γράμματα, η πλάγια, ύπουλη, ανθρωποβόρα φωνή γίνεται δικιά της…

Το δείγμα πλέον είναι επαρκές, αφού η Σωτηρίου δεν είναι πια femina unius libri: αν με την Αϊσέ πρωτοεμφανίστηκε ως φέρελπις, δυναμική παρουσία στα κυπριακά γράμματα, με τη δεύτερη αυτή νουβέλα της εδραιώνεται ως μια από τις ισχυρότερες, πιο μελωδικές και συνάμα πιο διατρητικές μας Φωνές.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ

This Weekend: The Wanderer at the Garden

We’ll celebrate Dion’s birthday this weekend on The Grooveyard with a full hour of his recordings, both solo with the Belmonts..  The Bronx-born artist, better known just as Dion, was born July 18, 1939 in the Bronx.  104 palabras más

Grooveyard

Tex

“Tex Ritter’s gone and Disney’s dead
The screen is filled with sex.” – The Statler Brothers via Whatever Happened to Randolph Scott circa: 1973.

Records

July 12 in San Antonio history...

1907
The new state law in effect today requires San Antonio automobile owners to report to the county clerk, register their names and obtain a number for their machine.   92 palabras más

Texana

Bob Dylan - The Freewheelin' Bob Dylan

★★★

I started watching season 7 of The Walking Dead last night, and in the second episode there’s a choral version of Bob Dylan’s Don’t Think Twice, It’s All Right… 99 palabras más

3 Stars

The Day Of The Jackal (1973 Britain/France)

Oubliez le remake 1997 de la merde. En fait oublier que Bruce Willis existe même. This is a wonderful, organic piece of thriller-narrative film-making. Over 2 hours, mostly without music, no patronizing voice-over or script-embedded exposition. 615 palabras más

Blog